Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Το περιεχόμενο της "Βυζαντινής" ζωγραφικής


του Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου

Η σταθερότητα για πολλούς αιώνες της βυζαντινής ζωγραφικής, οφείλεται στα αναλλοίωτα δομικά και εκφραστικά της στοιχεία, και απορρέει από την πνευματικότητα της δογματικής αλήθειας, όπως αυτή έχει ενσταλάξει και έχει αποτυπωθεί ως περιεχόμενο μέσα στην εικαστική της μορφή. Το καλλιτεχνικό της ύφος χαρακτηρίζεται από στοιχεία τέτοια που, σε αντίθεση με την κλασική και ρεαλιστική αντίληψη περί ζωγραφικής, είναι ικανά να της προσδίδουν διαχρονική πρωτοτυπία και μια αίσθηση του μοντέρνου.

Τα στοιχεία αυτά είναι: η προσχηματική χρήση του γήινου χώρου με την απ έκδυση της φυσικής του υπόστασης, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τις αισθήσεις και τη λογική ερμηνεία των νόμων της προοπτικής και ενίοτε η ολοσχερής κατάργησή του, η απόρριψη της προοπτικής και του συμβατικού σχεδίου, η απελευθέρωση της μορφής και της φόρμας από την εξάρτηση της πηγής του φωτός, η τήρηση των περιγραμμάτων και η συμβολική χρήση των χρωμάτων. Όλα αυτά οδήγησαν στην απομάκρυνση της βυζαντινής τέχνης από τον ματεριαλισμό. Ο κυρίαρχος ρόλος του πνευματικού περιεχομένου, που απορρέει από τη δογματική αλήθεια και εκδηλώνεται στη μορφή του θρησκευτικού έργου, γίνεται αμέσως φανερός, όταν κάποιος τοποθετήσει μια βυζαντινή αγιογραφία δίπλα σε ένα θρησκευτικό έργο της Αναγέννησης. Πρόκειται για δυο διαφορετικές διαστάσεις του ίδιου κόσμου. Αυτή η δογματική αλήθεια συγκρατεί σταθερά την βυζαντινή ζωγραφική και δεν τις επιτρέπει να μεταλλαχτεί σε κάποιο άλλο είδος, αλλάζοντας τις φόρμες ή άλλα ουσιαστικά της στοιχεία.

Θεοφάνης: Γολγοθάς, Μονή Σταυρονικήτα.

Το εκτός του κόσμου, αλλά «εν τω κόσμω»πνευματικό περιεχόμενο, προσδίδει στην βυζαντινή αγιογραφία την ουσία και το λόγο της ύπαρξης της. Η εικόνα είναι το μορφικό αποτέλεσμα, αλλά είναι ταυτόχρονα και φορέας του πνεύματος που την δημιούργησε. Το πνεύμα περιέχεται μέσα στην εικόνα και μέσα από αυτήν διαχέεται και επιδρά. Η Βυζαντινή εικόνα, είναι ένα ζωγραφικό έργο, που λίγο-πολύ το διέπουν οι ίδιοι τεχνικοί κανόνες, όπως κάθε άλλο έργο ζωγραφικής. Όμως η βυζαντινή εικόνα είναι πολύ περισσότερο από ένα απλό έργο. Η εικόνα ως μέσο, δεν παύει ποτέ για τον πιστό να επιτελεί τον σκοπό της, που είναι η πνευματική επικοινωνία με το εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο. Είναι η απεικόνιση ενός ιερού προσώπου και ταυτόχρονα μια υπέρβαση του κόσμου και του χρόνου. Υπέρβαση του χρόνου επειδή απευθύνεται στην αιωνιότητα της αλήθειας που εκφράζει, και του κόσμου, γιατί δεν εξαρτάται άμεσα από αυτόν, ούτε αντλεί από εκείνον -παρά συμβολικά μόνο-στοιχεία φυσικής μορφής και σημασίας. Ο βυζαντινός καλλιτέχνης που δεν ενδιαφέρεται για την απόδοση του φυσικού κόσμου αλλά του υπερβατικού, περιορίζεται στη λιτή απεικόνιση των απαραίτητων μόνο αντικειμένων και κοσμικών στοιχείων. Η θεματολογία του περιλαμβάνει σκηνές εξωπραγματικές με στοιχεία σουρρεαλιστικά και καταπιάνεται με έννοιες που απαιτούν ιδιαίτερη πνευματικότητα όπως: ζωή, θάνατος, έγερση νεκρών, αιωνιότητα, ροή του χρόνου, θνητότητα, εξαϋλωση. Ο κόσμος αυτός είναι για την χριστιανική διδασκαλία και κατά συνέπεια για την βυζαντινή αγιογραφία, ο μάταιος κόσμος του «αιώνος τούτου». Ο πρόσκαιρος και απατηλός κόσμος των παρεπιδημούντων και όχι ο μέλλων και αληθινά αιώνιος της ουράνιας βασιλείας. Εκεί δεν υφίστανται ούτε χρόνος, ούτε χώρος. Άλλωστε και το εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο υπερέβη με την αγία βιοτή του το συμβατό χρόνο και χώρο της επίγειας ζωής, κερδίζοντας μια θέση στην αιωνιότητα της ουράνιας και θριαμβεύουσας Εκκλησίας.

Η Αποκαθήλωση, στην Μεγίστη Λαύρα

Ο σκοπός της βυζαντινής αγιογραφίας είναι κυρίως κατηχητικός και όχι διακοσμητικός, αν και η διακόσμηση αποτελεί μια από τις χρήσεις της. Δεν πρόκειται για μια διακοσμητική επικάλυψη του εσωτερικού ενός ναού. Έχει σκοπό να διδάξει τις αλήθειες του Ευαγγελίου και να προκαλέσει στον πιστό κατάνυξη, υποβάλλοντας το βαθύ αίσθημα ενός ιδιαίτερου, μυστηριακού χώρου μέσα στον οποίο βρίσκεται και από τον οποίο περιβάλλεται. Ο χώρος αυτός αγιογραφημένος σε κάθε σχεδόν σημείο του, από χαμηλά μέχρι τον τρούλο, όπως συνηθίζεται στους ορθόδοξους ναούς, δημιουργεί μια αίσθηση ολότητας και πνευματικής σύνδεσης των επάνω και των κάτω μερών, που συμβολίζουν τα του ουρανού και της γης, και μια ενότητα και αρμονία του χώρου.

Στην «Ερμηνεία της Βυζαντινής Ζωγραφικής Τέχνης»του ιερομόναχου Διονυσίου του εκ Φουρνά Αγράφων (1670-1744), διατυπώνεται το πνεύμα της τάξης που διέπει κάθε θέμα και λεπτομέρεια της βυζαντινής ζωγραφικής. Το Άγιο Πνεύμα, που διαποτίζει το δόγμα και όλες τις εκφάνσεις της γνήσιας θρησκευτικής ζωής, είναι ένα πνεύμα τάξης και καθαρότητας και σαν τέτοιο εκφράζεται μέσα από μια πνευματοφόρα, αντάξια προς εκείνο τέχνη. Ο ναός στη συνείδηση του πιστού, παίρνει το σχήμα ενός ενιαίου κόσμου με τις αντίθετες διαστάσεις, του ορατού και του αοράτου, του γήινου και του ουράνιου και μεταμορφώνεται σε μια πανοραμική αποκάλυψη του «σύμπαντος κόσμου» μέσα στον οποίο βρίσκεται και συμμετέχει και ο ίδιος. Αυτός ο «σύμπαν κόσμος», είναι ένα ιδεατό αρχιτεκτόνημα αποτελούμενο από το υπερβατικό και το φυσικό. Είναι το τέλειο πρότυπο που χαρακτηρίζεται από μια αιώνια τάξη, που για τη βυζαντινή τέχνη εξωτερικεύεται στη μορφή του ναού. Ο βυζαντινός ναός, λοιπόν, είναι τρόπον τινά το κέλυφος που δίνει ζωή στην εσωτερική τάξη, συνδέοντας και εναρμονίζοντας αρχιτεκτονικά τα διαφορετικά της στοιχεία. Η μελετημένη χωροθέτηση των αγιογραφικών παραστάσεων μέσα στο ναό, σε ζώνες και θέσεις αυστηρά προκαθορισμένες και όχι ασύνδετες και τυχαίες, αντανακλά την εσωτερική τάξη που περιέχει η ίδια η δογματική αλήθεια. Είναι δηλαδή μια εξωτερίκευση της.

Μετέωρα, Μονή Ρουσσάνου-1560

Κατά δεύτερο λόγο, όπως τονίζει ο Π. Α. Μιχελής[1]: «η τάξη είναι αποτέλεσμα μιας τάξης προοπτικής και, τέλος, μιας τάξης οπτικής απλώς…Η προοπτική τάξη είναι περισσότερο μηχανική, ενώ η οπτική τάξη είναι περισσότερο πνευματική. Γενικά, χρώματα, κλίμακες μορφών μέσα στη σύνθεση, αφηγηματικές λεπτομέρειες, μοίρασμα των βαρών, όλα συγκλίνουν στην επίτευξη ενός αρχιτεκτονικού αποτελέσματος». Η εξωτερίκευση της δογματικής αλήθειας αφορά όλα τα άλλα στοιχεία της μορφής, όπως είναι: η σαφήνεια της διατύπωσης και η ανίχνευση του ίδιου πνευματικού περιεχομένου, ακόμη και μέσα στην φαινομενική αυτοτέλεια της κάθε ξεχωριστής παράστασης. Ακόμη η προτίμηση στην ασκητική μορφή και η αδιαφορία για την εκκοσμίκευση των προσώπων. Είναι μια τέχνη αφαιρετική όλων εκείνων των στοιχείων που δεν είναι ουσιαστικά, ούτε αναγκαία για την σωτηρία.

Για τον αφαιρετικό χαρακτήρα της Βυζαντινής τέχνης, που καθίσταται εξαιρετικά σύγχρονη στις μέρες μας ο Α.Ι.Δ.Μεταξάς[2] επισημαίνει: «Τον αφαιρετικό χαρακτήρα όμως τον έχει και η Βυζαντινή τέχνη. Εδώ οι μορφές των προσώπων, δεν διαβάζονται ως ατομικές ταυτότητες, αλλά ως αναγνωρίσιμα «είδη»…Έστω κι αν ανιχνεύονται κάποιες κρίσιμες επιρροές εδώ ή εκεί και κυρίως στην νότια, την ιταλική συνάντησή της, η βυζαντινή τέχνη παρακάμπτει την Αναγέννηση και αγγίζει σχεδόν «απ΄ευθείας» τη νεοτερική αφαίρεση…Λες και ο καλλιτέχνης, υποπτεύομενος την απατηλότητα τόσο της προοπτικής όσο και κυρίως του δήθεν εικαστικού απαράλλακτου, δηλαδή την «ειδωλική» υπόστασή του, τα απορρίπτει όλα αυτά ως ψευδεπίγραφα.».


[1] Π. Α. ΜΙΧΕΛΗΣ: «Αισθητική θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης», β΄Έκδοση, Αθήνα 1972, (σ. 196)

[2] ΙΣΤΟΡΙΚΑ- Ελευθεροτυπία: «Βυζαντινή Αναγέννηση», τευχ. 154, (σ. 49)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου